Fever

Μπέργκαμο: Δεν ξεχνάμε

Δημοσιεύουμε αυτή την ανταπόκριση από έναν εργάτη στην περιοχή του Μπέργκαμο, ένα βιομηχανικό κέντρο που πλήττεται περισσότερο στην Ιταλία, από την άποψη της μετάδοσης της επιδημίας και των θανάτων. Η κατάσταση αλλάζει καθημερινά και  άρα αυτή η ανταπόκριση που γράφτηκε στις αρχές Απριλίου, μπορεί ήδη να θεωρηθεί ξεπερασμένη. Αρκετοί εργαζόμενοι με τους οποίους είμαστε σε επαφή – ιδιαίτερα εκείνοι που τα έβγαζαν πέρα καλύτερα πριν από την κρίση – εκφράζουν ήδη την επιθυμία να ανοίξουν ξανά τα εργοστάσια. Παρ ‘όλα αυτά, το δημοσιεύουμε ως ένα χρήσιμο στιγμιότυπο της εμπειρίας των εργαζομένων, που χρησιμοποιήθηκαν ως τροφή για τα κανόνια στο αποκορύφωμα της πανδημίας.

Θέλω να μοιραστώ την προσωπική μου εμπειρία ως εργαζόμενος στην περιοχή του Μπέργκαμο, μια εμπειρία που δεν είναι πραγματικά τόσο προσωπική, καθώς πολλοί από εμάς, πάρα πολλοί και πολλές από εμάς, βρισκόμαστε στην ίδια κατάσταση. Σε μια απίστευτα δύσκολη στιγμή, είναι και πάλι οι εργαζόμενοι και εργαζόμενες που πρέπει να πληρώσουμε για τις φρικτές αποφάσεις των αφεντικών. Είμαστε αυτοί που παράγουμε, είμαστε ο κινητήρας στη μηχανή των επιχειρήσεων και των χρημάτων. Γνωρίζουμε για την επιλογή της Ομοσπονδίας της Ιταλικής Βιομηχανίας (Confindustria, στμ. το αντίστοιχο του ΣΕΒ) να διατηρήσει ανοιχτά πολλά εργοστάσια και ξέρουμε το γιατί: η διακοπή της παραγωγής θα ισοδυναμούσε με σημαντική, αν και προσωρινή, οικονομική απώλεια και είναι απίθανο τα αφεντικά να δεχτούν οικειοθελώς την απώλεια αυτών των χρημάτων. Θα προτιμούσαν να χάσουν εργαζόμενους αντί για χρήματα. Γι’ αυτό αποφάσισαν να διατηρήσουν ανοιχτές τόσες πολλές επιχειρήσεις παρά την κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Αυτό θα το θυμόμαστε για πολύ, πολύ καιρό. Η ανώτατη διοίκηση αυτών των ίδιων εταιρειών κατασκεύασε ένα προσωπείο φροντίδας και ανθρωπισμού, κάνοντας δημόσιες ανακοινώσεις που τόνιζαν το πόσο νοιάζονται για τη ζωή και την υγεία των υπαλλήλων τους, και δεσμεύτηκαν να τους παρέχουν όλη την απαραίτητη προστασία. Δυστυχώς, αυτές οι υποσχέσεις δεν τηρήθηκαν στις περισσότερες περιπτώσεις. Ευτυχώς, σε πολλές πόλεις της Ιταλίας, οι εργαζόμενες έκαναν τις φωνές τους να ακουστούν και κατέβηκαν σε απεργία, αρνούμενες να συνεχίσουν να εργάζονται σε συνθήκες που ήταν ήδη απαράδεκτες όσον αφορά την υγεία και την ασφάλεια σε κανονικές συνθήκες, πόσο μάλλον στη μέση της έκτακτης συνθήκης της Covid- 19. Μέσω της απεργίας ή της απειλής της, τα αφεντικά έπρεπε να κατεβάσουν τα κεφάλια τους και να αναγνωρίσουν πρόθυμα ή και απρόθυμα ότι τα δικαιώματα των εργαζομένων στην υγεία είναι πολύ πιο σημαντικά από την αποκόμιση κέρδους.

Εργάζομαι σε μια εταιρεία κλωστοϋφαντουργίας στην επαρχία του Μπέργκαμο, η οποία τις τελευταίες δύο εβδομάδες έκλεισε πρόσφατα τις πόρτες της και έθεσε τους υπαλλήλους υπό τα επιδόματα ανεργίας. Αυτό το κλείσιμο πιθανότατα συνέβη λόγω πίεσης από άνωθεν, καθώς γενικότερα κράτησαν τα εργοστάσια ανοιχτά όσο περισσότερο μπορούσαν. Για εβδομάδες δεν είχαμε τα απαραίτητα μέσα ατομικής προστασίας: μάσκες, ακατάλληλες και άρα άχρηστες, παρέχονται μόνο εάν ζητηθούν ρητά από μεμονωμένους εργαζόμενους, αντί να διανεμηθούν σε όλους· αντί να αλλάζουν σε κάθε βάρδια όπως θα έπρεπε, μας δόθηκαν με την προειδοποίηση ότι έπρεπε να τις κρατήσουμε και να τις επαναχρησιμοποιήσουμε, καθιστώντας τις εντελώς άχρηστες. Αλλά ακόμη και με τις μάσκες, η εργασία σε μια τέτοια εταιρεία κάτω από τις τρέχουσες συνθήκες υγείας δεν ήταν εφικτή: το θορυβώδες περιβάλλον καθιστούσε αδύνατη την επικοινωνία των παραγγελιών με τους συναδέλφους, χωρίς να πλησιάσουμε ο ένας τον άλλον, που σημαίνει ότι η κοινωνική απομάκρυνση που, θεωρητικά, έπρεπε να ακολουθηθεί, ήταν αδύνατο να διατηρηθεί. Δεν καθίσαμε άπραγες απλώς να υποφέρουμε, ζητήσαμε συναντήσεις με διευθυντές και απαιτήσαμε ρητά το κλείσιμο του εργοστασίου: η απάντησή τους ήταν προφανώς αρνητική επειδή, σύμφωνα με αυτούς, το κλείσιμο θα σήμαινε απώλεια υπαρχόντων ή δυνητικών πελατών. Συνεπώς, θα σήμαινε απώλεια χρημάτων. Επομένως, η εταιρεία παρέμεινε ανοιχτή. Ενώ συνεχίσαμε να πηγαίνουμε στη δουλειά, χωρίς προστασία, έχοντας επίγνωση των τεράστιων κινδύνων για τη δική μας υγεία αλλά και  για των αγαπημένων μας, η διοίκηση ήταν άνετη και ασφαλής πίσω από τις μάσκες τους, σε ασφαλή απόσταση, προστατευμένη όσο το δυνατόν περισσότερο από όλους τους κινδύνους που τρέξαμε. Δεν είχε σημασία ότι υπήρχαν εργάτες αποθήκης, διανομείς και οδηγοί φορτηγών που εισέρχονται συνεχώς και φεύγουν από τα κτίρια, δεν είχε σημασία ότι ήμασταν όλοι σε τόσο στενή επαφή: το κέρδος ήρθε πρώτο, η υγεία μας ήρθε τελευταία.

Έλαβα νέα, πριν από λίγες μέρες, για το θάνατο ενός συναδέλφου μου. Ήταν μόλις 60 ετών. Εκτός από τον πόνο που ένιωσα μετά την πολλοστή απώλεια ενός συναδέλφου, ενός ανθρώπου που ήταν πατέρας, σύζυγος, φίλος , γνωστός μου, υπάρχει επίσης η ψυχρή, τρομακτική συνειδητοποίηση ότι αυτή η μοίρα θα μπορούσε να συμβεί σε οποιονδήποτε ή οποιαδήποτε από μας. Μεταξύ των συναδέλφων που μοιράζονται τον ίδιο χώρο εργασίας, το ίδιο τμήμα, πόσο πιθανό είναι να μολυνθούμε; Θα μπορούσα να είμαι εγώ, ή η αδελφή μου ή ο αδελφός μου, που βρίσκεται δίπλα μου. Θα μπορούσαμε να ξεφύγουμε από αυτήν τη μοίρα; Ίσως, αποφεύγοντας να πηγαίνουμε καθημερινά σε ένα μέρος χωρίς την απαραίτητη προστασία, μαζί με εκατοντάδες άλλα άτομα… έτσι ίσως, ναι, θα μπορούσαμε να έχουμε διαφύγει. Δεν θα ξεχάσουμε αυτή την απόλυτη περιφρόνηση για τη ζωή και την υγεία μας. Υπάρχουν άνθρωποι που είναι υπεύθυνοι γι ‘αυτό, αυτοί που έχουν κάνει επιλογές για τα δικά τους συμφέροντα και ενάντια στα δικά μας. Αυτό δεν θα ξεχαστεί ποτέ και θα πρέπει να απαντηθεί επιτέλους.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *